Οι 4 στις 10 μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν το φάσμα του λουκέτου, παρά την βελτίωση του δείκτη του οικονομικού κλίματος στο πρώτο εξάμηνο του 2021 αγγίζοντας τις 46,3 μονάδες, όπως δείχνει τη εξαμηνιαία έρευνα οικονονμικού κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ που διενεργήθηκε το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουλίου 2021 και αποτέλεσε την τρίτη κατά σειρά έρευνα οικονομικού κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ που διεξήχθη σε συνθήκες υγειονομικής κρίσης.

Στα θετικά στοιχεία που αναδείχθηκαν από την έρευνα περιλαμβάνονταν η σημαντική βελτίωση του δείκτη οικονομικού κλίματος των ΜμΕ μετά την τρομακτική καθίζηση που καταγράφηκε στις δυο προηγούμενες έρευνες όταν λόγω της πανδημίας και των lock down  ο δείκτης έπεσε απότομα από τις 66 στις 20 μονάδες.

4 στις 10 φοβούνται για λουκέτο

Στα αρνητικά στοιχεία της έρευνας περιλαμβάνονταν η συνέχιση του προβλήματος της ρευστότητας για 4 στις 10 μικρομεσαίες επιχειρήσεις που τείνει να γίνει χρόνιο και οδηγεί σε κινδύνους βιωσιμότητας, ιδίως για τις επιχειρήσεις που ανέστειλαν επί μακρόν τη λειτουργία με κρατική εντολή όπως οι επιχειρήσεις εστίασης. Το αποτέλεσμα είναι ότι όπως διαπιστώνεται και στην έρευνα, 4 στις 10 επιχειρήσεις ή το 36.7% φοβούνται πώς θα υποχρεωθεί να βάλει λουκέτο μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα.

Ένα πρόσθετο προβληματικό στοιχείο που εμφανίζεται για πρώτη φορά είναι η  άνοδος των τιμών που μειώνει τα εισοδήματα νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ναρκοθετώντας τις προοπτικές ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας. Έτσι το 23.65% των επιχειρήσεων δηλώνει στην έρευνα πως ήδη αύξησε τις τιμές του  ενώ άλλο ένα 22.2% δηλώνει πως θα τις αυξήσει στο επόμενο διάστημα, ποσοστά ιδιαίτερα υψηλά που για πρώτη φορά καταγράφονται σε έρευνα οικονομικού κλίματος του  ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, οι οποίες, σημειωτέον, διεξάγονται από το 2009.

Εδώ όμως έχουμε ένα πολύ σοβαρό θέμα, σημειώνει το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, καθώς η «αύξηση των τιμών είναι μια πρόδρομη ένδειξη των πληθωριστικών πιέσεων που θα δεχθούν όλες οι οικονομίες. Αυτές οι πληθωριστικές πιέσεις σε συνδυασμό με τις υφεσιακές τάσεις που μπορεί να προκληθούν από τη συνέχιση της πανδημίας εγκυμονούν τον κίνδυνο του στασιμοπληθωρισμού, φαινόμενο που εκδηλώθηκε από το 1973 και ταλάνισε όλες τις οικονομίες για μία δεκαετία. Επομένως κρίσιμος είναι ο τρόπος αντιμετώπισης των ανατιμήσεων», καταλήγει.

Τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας:

Ο γενικός δείκτης οικονομικού κλίματος για το Α’ εξάμηνο του 2021 σημειώνει σημαντική άνοδο καθώς διαμορφώνεται στις 46,3 μονάδες, έναντι των 20,1 μονάδων που είχε καταγραφεί στην προηγούμενη εξαμηνιαία έρευνα (Φεβρουάριος 2021). Παραμένει ωστόσο σε χαμηλότερο επίπεδο σε σύγκριση με τα προ πανδημίας επίπεδα (66,4 μονάδες).

1 στις 2 επιχειρήσεις (55%) δήλωσε πως μειώθηκε ο τζίρος της κατά το Α’ εξάμηνο του 2021, έναντι του 20% που δήλωσε πως αυξήθηκε και του 23% που δήλωσε πως παρέμεινε αμετάβλητος.

Ο κύκλος εργασιών των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων μειώθηκε μεσοσταθμικά κατά 16,7% το Α’ εξάμηνο του 2021. Τα αντίστοιχο εξάμηνο του 2020 ο κύκλος εργασιών των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων είχε καταγράψει μεσοσταθμική μείωση 40,1%.

Δυσμενέστερη είναι κατάσταση που καταγράφεται στις επιχειρήσεις που ανέστειλαν τη λειτουργία τους με κρατική εντολή, καθώς 7 στις 10 επιχειρήσεις (68,3%) δήλωσαν πως το Α’ εξάμηνο του 2021 μειώθηκε ο τζίρος τους.

H μεσοσταθμική μείωση του τζίρου των επιχειρήσεων που ανέστειλαν τη λειτουργία με κρατική εντολή ανήλθε στο 30,3% και των επιχειρήσεις εστίασης στο 31,8%.

Η ρευστότητα παραμένει το σημαντικότερο πρόβλημα των επιχειρήσεων καθώς το 56,1% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων δήλωσε πως το Α’ εξάμηνο του 2021 μειώθηκε, έναντι του 15,3% που δήλωσε πως αυξήθηκε και του 27,2% που δήλωσε πως δεν μεταβλήθηκε.

Το πρόβλημα ρευστότητας των επιχειρήσεων φαίνεται και από το υψηλό ποσοστό των επιχειρήσεων που δεν έχουν καθόλου ταμειακά διαθέσιμα ή τα ταμειακά τους διαθέσιμα επαρκούν το πολύ για ένα μήνα.

Συγκεκριμένα1 στις 5 επιχειρήσεις (21,4%) δεν έχει καθόλου ταμειακά διαθέσιμα, ενώ για επίσης 1 στις 5 επιχειρήσεις (21%) τα ταμειακά διαθέσιμα επαρκούν το πολύ για ένα μήνα.

Σωρευτικά για 4 στις 10 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις (42,4%) τα ταμειακά διαθέσιμα επαρκούν μόλις για ένα μήνα.

Πρόβλημα ρευστότητας

Δυσμενέστερη είναι η εικόνα όσον αφορά τα ταμειακά διαθέσιμα των επιχειρήσεων που ανέστειλαν την λειτουργία τους με κρατική εντολή και των επιχειρήσεων εστίασης.

Το 31,7% των επιχειρήσεων που ανέστειλαν την λειτουργία τους με κρατική εντολή δεν έχει καθόλου ρευστότητα, ενώ για το 19,2% τα ταμειακά διαθέσιμα επαρκούν το πολύ για ένα μήνα. Ανάλογα είναι και τα ευρήματα για τις επιχειρήσεις εστίασης. Το 28,9% δεν έχει καθόλου ταμειακά διαθέσιμα, ενώ το 21,6% έχει ταμειακά διαθέσιμα το πολύ για ένα μήνα.

Το 11,3% των επιχειρήσεων προχώρησε σε επενδύσεις το Α’ εξάμηνο του 2021, έναντι του 8,7% του αντίστοιχου περσινού διαστήματος.

Το 7,9% των επιχειρήσεων δήλωσε πως αύξησε το προσωπικό του το Α’ εξάμηνο του 2021, έναντι του 5,6% που δήλωσε ότι το μείωσε και του 86,6% που το διατήρησε σταθερό.

Τιμές αγαθών

Για τις τιμές αγαθών/υπηρεσιών είναι η πρώτη φορά σε έρευνα κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ που καταγράφεται τόσο μεγάλο ποσοστό επιχειρήσεων που δήλωσαν πως αύξησαν τις τιμές.

Συγκεκριμένα το 23,6% των επιχειρήσεων δήλωσε πως κατά το Α’ εξάμηνο του 2021 αύξησε τις τιμές των αγαθών/υπηρεσιών έναντι του 16,7% που δήλωσε ότι τις μείωσε και του 58,3% που τις διατήρησε σταθερές.

Από τα στοιχεία της έρευνας εκτιμάται πως οι ανατιμήσεις θα συνεχιστούν διαμορφώνοντας ένα υψηλότερο επίπεδο τιμών. Παρόλο που δεν είναι ακόμα εμφανές εάν η άνοδος του πληθωρισμού αποτελεί προσωρινό φαινόμενο, η συνέχιση του φαινομένου θα οδηγήσει είτε σε αύξηση του βασικού επιτοκίου στην Ευρωζώνη, κάτι που θα εκθέσει σε κίνδυνο τα κράτη-μέλη με υπέρογκο χρέος, είτε στην περαιτέρω αύξηση των τιμών, όπου ίσως θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με ελάφρυνση της σχετικής φορολόγησης, και ενίσχυσης των πολιτικών πρόνοιας για τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Επιπλέον φαίνεται πως είναι άμεσης προτεραιότητας ανάγκη η στήριξη των επιχειρήσεων που έχουν πληγεί δυσανάλογα από τις επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης, όπως οι επιχειρήσεις εστίασης, που όπως προκύπτει από την έρευνα, τουλάχιστον για το Α’ εξάμηνο του 2021, απορρόφησαν την άνοδο των τιμών, προσθέτοντας ακόμα έναν επιβαρυντικό παράγοντα στην προσπάθεια επιβίωσης που καταβάλουν.

Οφειλές

Μειωμένα είναι τα ποσοστά των επιχειρήσεων που δηλώνουν πως έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές σε όλες τις κατηγορίες υποχρεώσεων σε σύγκριση με εκείνα των προηγούμενων εξαμηνιαίων ερευνών του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ (Φεβρουάριος 2021 και Ιούλιος 2020). Όπου έχουν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα για την ανακούφιση των επιχειρήσεων. οι ληξιπρόθεσμες οφειλές φαίνεται πως έχουν περιοριστεί.

Το 19,5% των επιχειρήσεων που έχουν ενοίκιο δήλωσαν πως έχουν καθυστερημένες οφειλές έναντι του 23% της έρευνας του Φεβρουαρίου του 2021 και του 30% της έρευνας του Ιουλίου του 2020.

Το 10,2% των επιχειρήσεων δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το πρώην ΙΚΑ, έναντι του 13,1% που ήταν το Φεβρουάριο του 2021 και του 16,9% τον Ιούλιο του 2020.

Υψηλά παραμένουν τα ποσοστά των επιχειρήσεων που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τον πρώην ΟΑΕΕ (23,8%). Μάλιστα, τα ποσοστά αυτά εκτινάσσονται για τις επιχειρήσεις που έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους με κρατική εντολή (32,1%) καθώς και τις επιχειρήσεις εστίασης (37,1%).

Αν και μειωμένα, υψηλά παραμένουν τα ποσοστά ληξιπρόθεσμων οφειλών για όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες υποχρεώσεων. Συγκεκριμένα:
το 19,5% των επιχειρήσεων δηλώνει πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία, το 20,1% προς προμηθευτές, το 15,2% σε λογαριασμούς ενέργειας, το 13,1% σε λοιπούς λογαριασμούς (πχ τηλέφωνο, ύδρευση).

Όσον αφορά τις επιχειρήσεις που έχουν τραπεζικά δάνεια το 25,5% αυτών έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τις τράπεζες.

Προσδοκίες

Οι προσδοκίες για το Β’ εξάμηνο του 2021 παρουσιάζουν βελτίωση σε σύγκριση με τις δυο προηγούμενες έρευνες κλίματος, καθώς είναι περισσότερες οι επιχειρήσεις που αισιοδοξούν για το επόμενο διάστημα. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος των επιχειρήσεων συνεχίζει να είναι απαισιόδοξο.

Το 39,4% των επιχειρήσεων αναμένει να επιδεινωθεί η οικονομική του κατάσταση, έναντι του 20,6% που θεωρεί πως θα βελτιωθεί και του 27,4% που δηλώνει πως θα παραμείνει αμετάβλητη. Ιδιαίτερα απαισιόδοξες είναι οι επιχειρήσεις ως προς τη χρονική εξέλιξη της κρίσης που έχει προκαλέσει η πανδημία.

Το 86,4% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων θεωρεί πως η οικονομική κρίση που έχει προκαλέσει η πανδημία θα διαρκέσει τουλάχιστον άλλα δύο χρόνια, με τους επιχειρηματίες της εστίασης να καταγράφουν το μεγαλύτερο ποσοστό (91%).
Βιωσιμότητα επιχειρήσεων

Υψηλό παραμένει το ποσοστό των επιχειρήσεων που εκφράζει το φόβο για ενδεχόμενη διακοπή της δραστηριότητας του το επόμενο διάστημα.
Σχεδόν 4 στις 10 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις (36,7%) εκφράζουν τον φόβο για ενδεχόμενη διακοπή της δραστηριότητας τους κατά το επόμενο διάστημα.

Εξαιρετικά δυσοίωνη παραμένει η κατάσταση ως προς τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων που ανέστειλαν τη λειτουργία τους με κρατική εντολή. Συγκεκριμένα οι μισές επιχειρήσεις (50,9%) που ανέστειλαν τη λειτουργία τους με κρατική εντολή εκφράζουν το φόβο πως θα διακόψουν την δραστηριότητα τους το επόμενο διάστημα. Αντίστοιχα είναι και τα στοιχεία για τις επιχειρήσεις εστίασης (48,5%)
Τιμές αγαθών/υπηρεσιών

Το 22,2% των επιχειρήσεων δηλώνουν ότι θα αυξήσουν τις τιμές τους το επόμενο εξάμηνο, έναντι μόλις του 8,2% που δηλώνει πως θα τις μειώσει και του 61,8% που δεν θα τις μεταβάλει.

Το ποσοστό των επιχειρήσεων που δηλώνουν πως θα αυξήσουν τις τιμές τους είναι το μεγαλύτερο που έχει καταγραφεί σε έρευνα κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ και μάλιστα είναι τριπλάσιο σε σχέση με τις έρευνες των τελευταίων πέντε ετών.

Από τα στοιχεία φαίνεται πως το επόμενο εξάμηνο θα συνεχιστούν οι ανατιμήσεις σε προϊόντα και υπηρεσίες, ένα ζήτημα που υπό την παρούσα δυσμενή συγκυρία μειώνει περαιτέρω το εισόδημα νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Υποχρεώσεις/οφειλές

Ως προς τις εκτιμήσεις των επιχειρήσεων σχετικά με τις υποχρεώσεις τους για το επόμενο διάστημα, η κατάσταση προδιαγράφεται δύσκολη, παρόλο που τα ευρήματα είναι σημαντικά καλύτερα σε σχέση με εκείνα της έρευνας του Φεβρουάριο του 2021.
1 στις 5 επιχειρήσεις θεωρεί πως το επόμενο εξάμηνο δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί :

  • στις υποχρεώσεις προς τον πρώην ΟΑΕΕ (20,8%)
  • στις φορολογικές της υποχρεώσεις (20,8%)
  • στις υποχρεώσεις ενοικίου (19% των επιχειρήσεων που έχουν ενοίκιο)
  • στις υποχρεώσεις προς προμηθευτές (19,2%)
  • στις τραπεζικές της υποχρεώσεις (20,2% των επιχειρήσεων που έχουν τραπεζικά δάνεια)
  • Επιπλέον το 16,5% των επιχειρήσεων δηλώνει πως δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις σε λογαριασμούς ενέργειες, το 15,9% σε λοιπούς λογαριασμούς και το 16,9% στις υποχρεώσεις προς το πρώην ΙΚΑ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here