Από την δημοσκόπηση της Prorata για την «Εφημερίδα των Συντακτών» προκύπτει ότι, στην τρέχουσα συγκυρία, τρία είναι τα κυρίαρχα συναισθήματα μεταξύ των πολιτών – απογοήτευση, θυμός και φόβος: Απογοήτευση για τη διάψευση των προσδοκιών που καλλιέργησε η κυβερνητική αλλαγή του 2019, θυμός για τη διαχείριση μιας σειράς ζητημάτων την τελευταία περίοδο και φόβος για το πώς θα διαμορφωθούν η οικονομία και οι όροι διαβίωσης την επόμενη ημέρα της πανδημίας.

Από την ίδια δημοσκόπηση, τον «Σφυγμό» του Απριλίου, προκύπτει επίσης γενική αποδοκιμασία της κυβέρνησης σε ό,τι αφορά την διαχείριση της πανδημίας, πτώση όλων των ποιοτικών δεικτών που έχουν να κάνουν τόσο με την υγειονομική κρίση όσο και με το lockdown, ενώ είναι σαφής και η αγωνία/ απαισιοδοξία για τις εξελίξεις στο πεδίο της οικονομίας.

Στο ερώτημα «πως αξιολογείτε την μέχρι στιγμής διαχείριση της πανδημίας από την κυβέρνηση;» το 63% απαντά «σίγουρα αρνητικά, μάλλον αρνητικά», ενώ μόνον το 37% απαντά «σίγουρα θετικά, μάλλον θετικά».

Η εικόνα είναι πλήρως αντεστραμμένη σε σχέση με εκείνη που επικρατούσε πριν από έναν χρόνο: Τον Απρίλιο του 2020, το 74% αξιολογούσε θετικά την κυβερνητική διαχείριση της πανδημίας και μόλις το 25% είχε αρνητική τοποθέτηση.

Απ’ όλα τα επιμέρους, σχετικά ερωτήματα της δημοσκόπησης είναι εμφανής η διόγκωση της δυσφορίας  για τους κυβερνητικούς χειρισμούς στην πανδημία, ενώ την πλήρη αποτυχία του παρατεταμένου lockdown αποτυπώνει η επιθυμία της πλειοψηφίας για άρση των περιοριστικών μέτρων. Είναι ενδεικτικό ότι το 55% των πολιτών θεωρεί πως την κύρια ευθύνη για την ευρεία διασπορά του κορονοϊού την έχει – κυρίως, ή και αποκλειστικά – η κυβέρνηση και οι χειρισμοί, ενώ η ατομική ευθύνη και συμπεριφορά έρχονται σε δεύτερο πλάνο.

Οι πολίτες δηλώνουν επίσης δυσαρεστημένοι, σε ιδιαίτερα υψηλό προσοστό από τα μέτρα στήριξης του ΕΣΥ, ενώ χρεώνουν στη κυβέρνηση το συνεχιζόμενο αδιέξοδο παρά το σχεδόν εξάμηνο πια lockdown.

Παρά ταύτα, στην πρόθεση ψήφου η κυβέρνηση το τελευταίο δίμηνο δεν χάνει τίποτα παραπάνω απ’ ό,τι είχε χάσει μέχρι τον Φεβρουάριο: Συγκεντρώνει τις προτιμήσεις του 33% – ποσοστό ίδιο με εκείνο που είχε και προ διμήνου -, η διαφορά παραμένει στις 9 μονάδες, και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εισπράττει: Παραμένει και εκείνος στο 24% και στο ποσοστό του περασμένου Φεβρουαρίου.

Οσο δυσαρεστημένοι, δε, εμφανίζονται οι πολίτες από την κυβέρνηση, εξίσου δυσαρεστημένοι δηλώνουν και από την αξιωματική αντιπολίτευση: Το 64% των ερωτηθέντων εμφανίζεται καθόλου ή όχι ιδιαίτερα ευχαριστημένο από το κυβερνητικό έργο. Ταυτόχρονα το 78% δηλώνει ότι δεν είναι ικανοποιημένο από το αντιπολιτευτικό έργο του ΣΥΡΙΖΑ και μόνο το 20% εκφράζει ικανοποίηση. Επίσης, στο ερώτημα ποιο κόμμα θα σας ενοχλούσε περισσότερο να κερδίσει τις εκλογές αν αυτές διεξάγονταν αύριο, ο ΣΥΡΙΖΑ απαντά το 49% ενώ το 40% απαντά η Ν.Δ.

Επ’ αυτού δημοσκόποι και πολιτικοί αναλυτές, επισημαίνουν πως είναι εμφανές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει καταφέρει ακόμη να ξεπεράσει το κυβερνητικό του παρελθόν: Παρά την φθορά και την αποδοκιμασία  της κυβέρνησης, σε μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων εκείνο που εξακολουθεί να βαραίνει και να μετρά περισσότερο είναι τα πεπραγμένα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – εξ ου και η πλειοψηφία δηλώνει ότι θα την ενοχλούσε περισσότερο μια εκλογική νίκη ΣΥΡΙΖΑ παρά μια νίκη της ΝΔ.

Εδώ έχουν ίσως ενδιαφέρον και τα ευρήματα της δεύτερης δημοσκόπησης των τελευταίων 24ώρων, εκείνης της GPO., η οποία επαναβεβαιώνει και την σύνθεση, και την ένταση του αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου.

Η πλειοψηφία των κεντρώων, κεντρογενών και κεντροδεξιών ψηφοφόρων θα προτιμούσε ως ισχυρότερο δεύτερο πόλο απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ το Κίνημα Αλλαγής και όχι τον ΣΥΡΙΖΑ. Ταυτόχρονα, με βάση την ίδια μέτρηση, το 41% των ψηφοφόρων του ΚΙΝΑΛ θα ήθελε να δει τον Αλέξη Τσίπρα να κάνει στροφή προς το κέντρο, την ίδια ώρα που το 50% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ του ζητά στροφή προς τα αριστερά.

Εν κατακλείδει, σε μια συγκυρία πολιτικής καμπής, η φθορά της κυβέρνησης δείχνει να παγιώνεται και ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει δύσκολη μάχη να μετατρέψει αυτή την φθορά σε αντίστροφή μέτρηση αλλαγής και ανατροπής. Και οι επόμενοι τρεις μήνες, το διάστημα δηλαδή έως ότου η κυβέρνηση μπει στο δεύτερο ήμισυ της θητείας της, θα είναι καθοριστικοί για το προς τα πού θα γύρει η πλάστιγγα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here